Σουλτάνα Μαρία Βαλαμώτη, Καθηγήτρια, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Αν και είναι πολύ δύσκολο να διατηρηθούν κατάλοιπα του κρόκου στις αρχαιολογικές αποθέσεις, τα εντυπωσιακά ευρήματα από τον οικισμό του Ακρωτηρίου στη Σαντορίνη μαρτυρούν τη συλλογή κρόκου από γυναίκες ήδη από τη 2η χιλιετία π.Χ. Πρόκειται για την περίφημη τοιχογραφία που απεικονίζει δύο γυναίκες να συλλέγουν κρόκο σε ένα βραχώδες τοπίο και γι’ αυτό η τοιχογραφία ονομάστηκε ‘οι κροκοσυλλέκτριες’. Βρέθηκε σε ένα κτήριο που καταστράφηκε από την τέφρα της έκρηξης του ηφαιστείου της Σαντορίνης, έκρηξη που υπολογίζεται ότι συνέβη περίπου το 1600 π.Χ. Ο κρόκος υπάρχει στη Γραμμική Β σε αρχεία της μυκηναϊκής περιόδου (1350-1200 π.Χ. περίπου) που βρέθηκαν στην Κνωσό της Κρήτης όπου διαπιστώνεται ότι τη συλλογή του κρόκου επόπτευε το ανάκτορο επιδιώκοντας την αύξηση των ποσοτήτων που έπρεπε να συλλεγούν για να συγκεντρωθούν.

Εικόνα 1. Στήμονες κρόκου από την Κοζάνη της Δυτικής Μακεδονίας. Φωτογραφία Σ.Μ.Βαλαμώτη
Οι αναφορές στον κρόκο στην αρχαιοελληνική γραμματεία αφθονούν, και ήδη στα ομηρικά έπη, τον 8ο αιώνα π.Χ., η λέξη χρησιμοποιείται ως συνθετικό του επιθέτου κροκόπεπλος, που περιγράφει την αυγή ως καλυμμένη με ένα πέπλο με έντονο κίτρινο χρώμα, αποδίδοντας έτσι με ιδιαίτερη ζωντάνια το κροκί χρώμα του ουρανού το ξημέρωμα. Στον Ομηρικό Ύμνο στη Δήμητρα ο κρόκος είναι ένα από τα πολλών λογιών άνθη που μάζευε η Περσεφόνη την ώρα που την άρπαξε ο Πλούτωνας.
Η χρήση του κρόκου ως χρωστικ για ενδύματα διαπιστώνεται από πολλές αναφορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Ήδη σε ένα απόσπασμα που ο Αθήναιος αποδίδει στα Κύπρια έπη (8ος αι. π.Χ.) γίνεται αναφορά σε ενδύματα που έφτιαξαν και έβαψαν οι Χάριτες και οι Ώρες με χρώματα ανοιξιάτικων λουλουδιών μεταξύ αυτών του κρόκου, ενώ στον 6ο αι. π.Χ. ο Πίνδαρος περιγράφει ως κροκωτόν σπάργανον (Νεμεόνικοι 1.38) τις φασκιές του Ηρακλή, όταν ήταν βρέφος, προφανώς γιατί θεωρεί το κροκάτο χρώμα τους ταιριαστό στο μεγαλείο του Ηρακλή. Ανάλογα ο σύγχρονός του Αισχύλος βάζει τον Χορό στους Πέρσες του να περιγράφει ως κροκόβαπτον το υπόδημα του αρχαίου βασιλιά Δαρείου, ενώ στον Αγαμένονα φόρεμα βαμμένο με κρόκο φοράει η Ιφιγένεια όταν ο Αγαμέμνων την οδηγεί να τη θυσιάσει στην Άρτεμη. Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη (5ος αι. π.Χ.) ο κρόκος εμφανίζεται συχνά ως στοιχείο καλλωπισμού των γυναικών είτε ως άρωμα μιας κοκέτας κυρίας (Νεφέλες 51) είτε, πολύ πιο συχνά, ως χρώμα των φορεμάτων τους, καθώς μάλιστα η λέξη κροκωτός εμφανίζεται τώρα με τη σημασία «ρούχο βαμμένο σε κρόκο» (π.χ. στη Λυσιστράτη κροκωτοφοροῦσαι καὶ κεκαλλωπισμέναι ), ενώ στο πνεύμα του εμπαιγμού και για την πρόκληση γέλιου τα κροκάτα φορέματα γίνονται εμβληματικά σκηνών παρενδυσίας ανδρών ή και δηλωτικά θηλυπρέπειάς τους (π.χ. Θεσμοφοριάζουσες 253, 941, Εκκλησιάζουσες 332, ακόμη και για τον θεό Διόνυσο στους Βατράχους 45-46).
Εικόνα 2. Στήμονες κρόκου Κοζάνης, αλεσμένοι και διαλυμένοι σε ζεστό νερό. Αυτόν τον τρόπο συναντά κανείς στις μαγειρικές χρήσεις του κρόκου για το άρωμά του και το χρώμα του. Φωτογραφία Σ.Μ.Βαλαμώτη

Ευρεία ήταν η χρήση του κρόκου και για θεραπευτικούς σκοπούς, όπως δείχνουν οι άφθονες αναφορές σε αυτόν στα ιατρικά συγγράμματα ήδη από τον Ιπποκράτη (5ος αι. π.Χ.) και το ιπποκρατικό corpus, όπου βρίσκουμε τον κρόκο σε πολλές συνταγές σε συνδυασμό με ποικίλα άλλα συστατικά, συχνά σε συγκεκριμένες αναλογίες. Εκατοντάδες φορές απαντά ο κρόκος στο έργο και μεταγενέστερων γιατρών όπως ο Διοσκουρίδης (1ος αι. μ.Χ.), ο οποίος μάλιστα αναφέρεται και σε μια αλοιφή από κρόκο, το κροκόμαγμα, και ο κατά έναν αιώνα μεταγενέστερός του Γαληνός, που επίσης αναφέρεται στο κροκόμαγμα, αλλά με τη σημασία ενός φαρμάκου με συστατικό τον κρόκο. Τέλος σε πολύ μεταγενέστερο κείμενο του 6ου μ.Χ. αιώνα, του γιατρού Αλέξανδρου από τις Τράλλεις, συναντάμε τον όρο κροκόμελον που αφορά ένα σιρόπι από κυδώνια και κρόκο. Σήμερα ο κρόκος καλλιεργείται συστηματικά στην Κοζάνη της Δυτικής Μακεδονίας και είναι χαρακτηρισμένος ως προϊόν ΠΟΠ. Τη συλλογή του αυτοφυούς κρόκου καθώς και τη μαγειρική χρήση του συναντά κανείς σήμερα σε παραδοσιακές συνταγές των Κυκλάδων. Αναφέρεται ότι ο αυτοφυής κρόκος συλλεγόταν από τα υψώματα της Κιμώλου ενώ πρόσφατα ακόμη καταγράφεται η συλλογή του στη Σαντορίνη, σε μικρή, οικιακή κλίμακα. Στην Κίμωλο, το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο ψωμί αρωματίζεται με κρόκο, κάνοντας χρήση μικρής ποσότητας νερού στο οποίο οι αποξηραμένοι στήμονες του άνθους εμβαπτίζονται για δύο με τρεις ώρες. Ανάλογη χρήση του κρόκου αναφέρεται και για την παρασκευή του πασχαλιάτικου ψωμιού στην Ανάφη, με τους στήμονες να προστίθενται στη ζύμη αφού κοπανηθούν σε γουδί και διαλυθούν σε ζεστό νερό. Στη Σαντορίνη τέλος, εκεί που συναντήσαμε τις κροκοσυλλέκτριες της 2ης χιλιετίας π.Χ., σήμερα συναντάμε παρασκευές με κρόκο όπως παξιμαδάκια και ξεροτήγανα.





